ἐΰρρηνος

ἐΰρρηνος, ον, = foreg., A.R.3.1086.
2 of a good sheep, κόρση Orac. in AP14.149.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἐύρρηνος — ἐΰρρηνος , ἐύρρηνος of a good sheep masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εΰρρηνος — ἐΰρρηνος, ον (Α) 1. ὁ ἐΰρρην* 2. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στο καλό πρόβατο («ἐϋρρήνου ἀπὸ κόρσης». [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ρηνος (< ρην «πρόβατο»), πρβλ. πολύ ρρηνος] …   Dictionary of Greek

  • ἐυρρήνου — ἐϋρρήνου , ἐύρρηνος of a good sheep masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.